Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ψάχνοντας τους σκουπιδοτενεκέδες...


Άλλη ανάρτηση σκάρωνα το απόγευμα, άλλη προέκυψε το βράδυ. 

Η σημερινή δύση του ήλιου με βρήκε στο πατάρι του μαγαζιού να επισκευάζω μαραφέτια της ανατολής (κακούργα κενωνία, αντί να είμαστε κάπου όμορφα και να απολαμβάνομεν το ραντεβού της μέρας με τη νύχτα, δουλεύομεν ολημερίς. Ας είναι όμως, προσωρινώς το καταπίνομεν).

Εκεί λοιπόν που δούλευα με διάθεση  μετρία προς το πικρό, ακούω δυνατές παιδικές φωνές από το δρόμο. Βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω τέσσερα παιδιά να ψαχουλεύουν τον σκουπιδοτενεκέ (η φωτο είναι άσχετη). Μίλαγαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι έλεγαν στην πιο μεγάλη τι να πιάσει από το μεγάλο πράσινο κουτί που περιεργάζονταν. Σε λίγα λεπτά είχαν γεμίσει ένα χαρτόκουτο με πράγματα και το πιο μικρό καμάρωνε το καινούριο του σπαθί, που δεν ήταν άλλο από ένα σπασμένο μεταλλικό σκουπόξυλο. Απ' ότι πρόλαβα να δω το κουτί είχε λάφυρα από το γειτονικό χασάπικο. Έφυγαν καταχαρούμενα. Τα δύο γυρόφερναν τη μεγαλύτερη με το χαρτόκουτο και το τέταρτο ανέμιζε το σπαθί του, τρομάζοντας φανταστικούς εχθρούς.

Όπως καταλαβαίνετε το ασανσέρ της διάθεσής μου, που έτσι κι αλλιώς ανεβοκατεβαίνει ασταμάτητα χωρίς να μου δίνει λογαριασμό εδώ και πολύ καιρό , τρελάθηκε εντελώς τελείως. Πήγαινε πάνω κάτω και πέρα δώθε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Να συμμεριστώ τη χαρά τους; Να τα λυπηθώ; Να πω "ευτυχώς"; Να πω "δυστυχώς"; Να βρίσω τον καπιταλισμό; Τελικά, άναψα ένα τσιγάρο και κάθισα αποσβολωμένος και ζαλισμένος από τα ασταμάτητα σύρε κι έλα.

Εκεί λοιπόν που καθόμουν και σκεφτόμουν διάφορα, βρήκα έναν όροφο βολικό και σταμάτησα. Μόλις άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ είδα στον απέναντι τοίχο γραμμένο το εξής:



Α.Α.Ζ.

ΥΓ: Το τραγούδι προοριζόταν για την άλλη ανάρτηση, αλλά και γι' αυτήν μια χαρά είναι...

1 σχόλιο:

Βασίλης είπε...

Κάπως έτσι (σαν το ασανσέρ που περιγράφεις) είναι η διάθεση όλων μας το τελευταίο διάστημα, Αντρέα. Καλό φθινόπωρο και καλή δύναμη, φίλε...